Minilink

Ραντεβού με έναν τραπεζίτη


Μην καταπίνετε τίποτα αμάσητο. Ερευνήστε και διασταυρώστε οτιδήποτε διαβάζετε, όπου και αν το διαβάζετε.

Γράφει η Rogue

«Πρέπει να σε δω! Αύριο στις 10 το πρωί », μου είπε απλά, λιγόλογος όπως πάντα και έκλεισε το τηλέφωνο. Κατάλαβα πως αν δεν ήταν σημαντικό δε θα μου τηλεφωνούσε ποτέ ο ίδιος, ρισκάροντας το κύρος και τη θέση του. Ήταν γεγονός πως τα δύο τελευταία χρόνια η σχέση μας περνούσε κρίση. Και δεν ήταν τυχαίο. Εναρμονιστήκαμε πλήρως με την οικονομική κρίση που ξέσπασε επί των κεφαλών των δικαίων, γιατί οι άδικοι κρατούσαν ομπρέλα ως συνήθως. Εγώ αργούσα να πληρώσω κάποια δόση, αυτός με έπαιρνε τηλέφωνο, γιατί δεν συνεργαζόμουν με τις εισπρακτικές, και κάπως έτσι αναπτύξαμε μια σχέση βασισμένη στην κρίση και τις περικοπές μισθών. Ας είναι. Με την αγωνία του αυριανού ραντεβού ξεκίνησα ένα πλήρες γυναικείο σέρβις, ήτοι χαλάουα, μπάνιο, μαλλί, βάψιμο νυχιών και τρεις ώρες μπροστά στη ντουλάπα, προσπαθώντας να αποφασίσω τι θα ενδυθώ. Ξάπλωσα νωρίς με την καρδιά σφιγμένη από μια σχεδόν μαζοχιστική ηδονή γιατί θα τον ξανάβλεπα.

Την επομένη ξεκίνησα κατά τις 8:30, για να μην αργήσω με την ανυπολόγιστη κίνηση και στις 9:50 έμπαινα στο γραφείο του.

-«Καλημέρα! Ο κύριος Λουκάς;» ρώτησα τη γραμματέα του διευθυντή τραπέζης.
-«Έχετε ραντεβού;» με ρώτησε πάνω από τα  Bogue μυωπικά γυαλιά της.
-«Κα Σπουδαρχίδη πέστε του. Με περιμένει».
-«Μισό λεπτό παρακαλώ».

Μετά από μια σύντομη κλήση στο εσωτερικό του τηλέφωνο, με οδήγησε σιωπηλή στο γραφείο πίσω από τα αμμοβολισμένα τζάμια. (Αλήθεια γιατί τα γραφεία των πλέον αδιαφανών έχουν και αδιαφανή τζάμια;). Περίμενα να φύγει η απάρτου.

-«Καλημέρα Λουκά».
-«Καλημέρα. Αν και μόνο καλή δεν είναι».
-«Γιατί;» τον ρώτησα με ειλικρινές ενδιαφέρον που γεννήθηκε από την καμπουριασμένη του πλάτη και το δυστυχισμένο του ύφος.
-«Πώς να είναι καλή; Δεν εισπράττουμε από κανέναν ούτε σεντς και οι μόνοι πελάτες που μπαίνουν είναι για αναλήψεις. Και δε βοηθάς κι εσύ. Πόσο καιρό έχεις να κάνεις κατάθεση;».
-«Δώδεκα μήνες στη δική σου τράπεζα και 18 σε δύο άλλες».
-«Τα είδες λοιπόν; Πώς θα ζήσουμε κι εμείς οι τραπεζίτες; Τραβάτε όλοι την ουρά σας απ’ έξω και αφήνετε την Black Rock να μας κομματιάσει! Να δω πώς θα αντέξουμε το PSI».
-«Νόμιζα ότι είχατε καβαντζώσει τόσα χρόνια. Ρεμούλα από δω, τοκογλυφία από κει, τι διάολο δεν έμεινε τίποτα; Δανείζατε με 18,19, 20φεύγα και δίνατε τόκο 5,4,3,2,1 εκτόξευση. Από αυτό και μόνο και από τις σφυριχτές επενδύσεις στα σιγουράκια, μέχρι και τα δισέγγονα σας και τα δισέγγονα των Ρόθτσιλντ έχουν εξασφαλίσει πλατινένιες κουδουνίστρες».
-«Ναι αλλά…»
-«Αλαμάνα ρε Λουκά! Τι άλλο θέτε; Δεν φτάνουν όσα ακίνητα πήρατε και τώρα σκάνε στα χέρια σας μια που κανείς δεν αγοράζει; Αλήθεια τα αυτοκίνητα που έχετε κατασχέσει τι τα κάνατε; Σκέφτομαι να ανοίξω μάντρα μεταχειρισμένων».
-«Το έχω σκεφτεί αλλά η αγορά είναι νεκρή».
-«Και κάποιες από τις σφαίρες τις ρίξατε εσείς οι τραπεζίτες».
-«Μη γίνεσαι πικρόχολη και εμπαθής».
-«Χοντρόκωλη και συμπαθής φιλοδοξώ να γίνω αλλά δε βοηθάει το μνημόνιο».
-«Ας τα αφήσουμε αυτά τώρα και ας έρθουμε στα δικά μας».
-«Σωστά, γιατί όσο σκαλίζεις τα σκατά βρωμάνε. Θες να σκαλίσουμε το δικό μας WC;»
-«Θέλω να σε βοηθήσω να ξεχρεώσεις. Να δούμε τι μπορεί να γίνει».
-«Come again? Για βάλε εσύ τη φαντασία σου να δουλέψει και εγώ θα βάλω την υπομονή μου να κάνει υπερωρίες».
-«Επιμήκυνση σου προτείναμε; Ξέρεις να μεγαλώσουμε λίγο…»

(Ανατρίχιασα και δεν μπόρεσα να το κρύψω. Ο Λουκάς από την άλλη το εξέλαβε σαν εκδήλωση ενδιαφέροντος) «…το χρόνο αποπληρωμής βρε παιδί μου για να κατέβει η δόση».

-«Και στα Τάρταρα να κατέβει Λουκά μου, εγώ δεν δίνω σεντ ή να πω δραχμή; Μεταξύ μας είμαστε».
-«Τι θα έλεγες για ένα κουρεματάκι;»
-«Θα έλεγα ή ότι το γύρισες επαγγελματικά, τώρα στα πίσω-πίσω, ή ότι δεν σου αρέσει η κόμμωση μου που μου την έκανε και τζάμπα ο Σαμαριάς για διαφήμιση. Ότι και να πω πάντως το κουρεματάκι να μένει».
-«Όταν έπαιρνες το δάνειο όμως ήταν καλά;» (Αλλαγή στάσης του Λουκά, που αποφάσισε να το παίξει καλός και κακός μπάτσος, όλα μαζί σε ένα πρόσωπο).
-«Όταν με παρακάλαγες να το πάρω ήταν καλά;» (Αλλαγή στάσης δικής μου σε μαινάδα που νιώθει και λίγο μαλάκας γιατί τον είχα συμπονέσει προς στιγμή).
-«Τι εννοείς; Μήπως σε αναγκάσαμε κιόλας;»
-«Πες, πες, γυναίκα είμαι ενέδωσα. Με έριξες με το μπλα-μπλα και ψώνισα με κλειστά τα μάτια καταφερτζίκο μου!» (με την όλη στιχομυθία να θυμίζει έντονα καυγαδάκι παντρεμένων συνέχισα). Αλλά ξύπνησαν οι σκλάβοι Λουκαδάκη μου. Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω και πάμε και στη Χάγη άμα θες να μας εξετάσει τα συμβόλαια. Θα σου πληρώσω εγώ τα εισιτήρια βρε, μέσω πιστωτικής μια που έχω κερδίσει και ατελείωτα μίλια με τις μαλακίες που φεσωνόμουνα! Έτσι για χάρη της γνωριμίας μας θα κεράσω εγώ το ταξιδάκι».
-«Θα φτάσεις ως εκεί λοιπόν; Μετά από τόσα χρόνια;»
-«Και πολύ άργησα. Και για να σε φτιάξω ακόμα περισσότερο, ενημερώνω όποιον γνωρίζω για τις πομπές σου, και δεδομένης της κρίσης γινόμαστε όλο και πιο πολλοί οι αντιφρονούντες».
-«Μα καταλαβαίνεις με ποιον τα βάζεις;»
-«Εσύ καταλαβαίνεις τι ξυπνήσατε;»
-«Τι εννοείς;»
-«Το εξής απλό: όταν ο οργανισμός κάνει πέψη, κλείνει άλλες λειτουργίες για να εξοικονομήσει ενέργεια και να την διοχετεύσει στο στομάχι, στο συκώτι και πάει λέγοντας. Όσο λοιπόν ήταν το στομάχι μας γεμάτο, ναρκωνόμαστε μισοκοιμισμένοι, το μυαλό μας υπολειτουργούσε, δεν το έψαχνε κανείς και συνεχίζαμε και πληρώναμε σαν καλοκουρδισμένοι ηλίθιοι για να γυρνάει το ροδάνι της ευημερούσας οικονομίας. Τώρα έπεσε πείνα και ελλείψει πέψης το μυαλό μας κάνει υπερωρίες ψάχνοντας πως διάολο θα καταφέρει να επιβιώσει και από πού θα κόψει. Άλλος κόβει από τη ΔΕΗ, άλλος από τα διόδια, άλλος από την εφορία, άλλος από τα μπουζούκια, άλλος από τις τράπεζες και άλλος κόβει κεφάλια(είτε τα πάνω, είτε τα κάτω). Από όπου μπορεί ο καθείς. Εγώ και άλλοι σαν εμένα τυχερούλη μου, διαλέξαμε τις τράπεζες για τις πρώτες περικοπές κι έπεται συνέχεια. Όσο κόβει η πολυμορφική κυβέρνηση, τόσο περισσότερους θα κόβουμε κι εμείς. Όσο πιέζει το σαμπουάν-μαλακτικό, τόσο θα συνθλίβουμε εμείς. Στο σχολείο δεν είχες μάθει στη Φυσική για τη δράση και την αντίδραση; Τώρα θα το κάνουμε πράξη».
-«Αυτά έχεις να πεις; Δεν θες να κάνεις καμία προσπάθεια εξεύρεσης λύσης κοινής αποδοχής; Δε θες να εξαντλήσουμε τα περιθώρια διαλόγου ως την τελική συναίνεση; Θα τα πούμε στο δικαστήριο λοιπόν;»
-«Μπλα, μπλα, μπλα. Μόνο αυτό κατάλαβα. Σαν την κυβέρνηση ένα πράγμα. Το κακό με εσάς τους σπουδαγμένους είναι ότι έχετε αναπτύξει ένα γλωσσικό κώδικα νομίζοντας ότι θα τρομάξουμε με την αθρόα χρήση μη τετριμμένων λέξεων. Δυστυχώς όμως όλα αυτά που λέτε είναι ‘λίθοι τε καὶ πλίνθοι καὶ ξύλα καὶ κέραμος ἀτάκτως μὲν ἐρριμμένα οὐδὲν χρήσιμά ἐστιν’. Και ναι θα τα πούμε στο δικαστήριο. Τώρα αν προηγηθεί το λαϊκό δικαστήριο έναντι της Θέμιδος…»

Σηκώθηκα από την αναπαυτική καρέκλα της τράπεζας που εγώ είχα πληρώσει (για να μην ξεχνιόμαστε) και εξέτεινα την χείρα μου στο Λουκά που με κοιτούσε αποσβολωμένος.

-«Ελπίζω να το ευχαριστήθηκες όσο κι εγώ Λουκά. Καλημέρα».
-«Κι εγώ; Τι θα απογίνω εγώ; Αν συνεχιστεί η κατρακύλα των εσόδων θα απολυθώ».
-«Κανείς δε χάνεται Λουκά, μην απελπίζεσαι. Αν το κεφάλι σου είναι στη βάση του λαιμού σου όταν τελειώσουν όλα και αν έχεις τις κατάλληλες γνωριμίες μέχρι και πρωθυπουργός μπορείς να γίνεις».


Μην καταπίνετε τίποτα αμάσητο. Ερευνήστε και διασταυρώστε οτιδήποτε διαβάζετε, όπου και αν το διαβάζετε.