Minilink

Πότε έχουμε τελεσίδικη δικαστική απόφαση, πότε αμετάκλητη και πότε δεδικασμένο

Γράφει ο Χρήστος Ηλ. Τσίχλης, Δικηγόρος Αθηνών

Οι οριστικές αποφάσεις διακρίνονται με κριτήριο το βαθμό της δικονομικής ωριμότητας σε τελεσίδικες και αμετάκλητες.

Τελεσίδικες είναι εκείνες οι οριστικές αποφάσεις οι οποίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Οι αποφάσεις αυτές δεν υπόκεινται σ αυτά τα ένδικα μέσα είτε επειδή αυτά ασκήθηκαν και απορρίφθηκαν, είτε επειδή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκησή τους, είτε επειδή οι διάδικοι παραιτήθηκαν από αυτά. Σ αυτές τις περιπτώσεις η απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο (321 ΠολΔ), το οποίο δεσμεύει τους διαδίκους και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 325 ΠολΔ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται το συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατόν μια απόφαση να δεσμεύει με το δεδικασμένο της μόνο τον ένα διάδικο και όχι τον άλλον, ανεξάρτητα με το αν πρόσβαλε ο ένας ή ο άλλος την πρωτόδικη απόφαση με ένδικο μέσο

. Έτσι, αν τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης έχουν ασκηθεί και δεν έχουν απορριφθεί, ή αν κάποιος από τους διαδίκους δεν παραιτείται από το δικαίωμα άσκησης αυτών των ένδικων μέσων, εφόσον δεν έχει παρέλθει ακόμη η προθεσμία για την άσκησή τους για οποιονδήποτε από τους διαδίκους η οριστική απόφαση δεν κατακτά το βαθμό ωριμότητας της τελεσιδικίας για κανέναν από τους διαδίκους. Στην αντίθετη περίπτωση η απόφαση καθίσταται τελεσίδικη ως προς όλους τους διαδίκους και παράγει δεδικασμένο.

Αμετάκλητη είναι η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία δεν υπόκειται πλέον σε κανένα ένδικο μέσο. Για να καταστεί αμετάκλητη η δικαστική απόφαση πρέπει είτε να έχουν ασκηθεί και απορριφθεί τα ένδικα μέσα της αναψηλάφησης και της αναίρεσης, είτε να μην ασκήθηκαν αυτά και να παρήλθε η προθεσμία, είτε να παραιτήθηκαν από αυτά. Και εδώ, όσο υπάρχει εκκρεμότητα κάποιου ένδικου μέσου από κάποιον από τους διαδίκους η απόφαση δεν καθίσταται αμετάκλητη ούτε για τον άλλον.

Το δεδικασμένο είναι η κυριότερη έννομη συνέπεια της (τελεσίδικης) δικαστικής απόφασης: είναι η δέσμευση ορισμένου κύκλου προσώπων από τη (θετική ή αρνητική) διάγνωση της έννομης σχέσης που κρίθηκε. Με την έννοια αυτή, το δεδικασμένο μπορεί να δημιουργηθεί μόνο από δικαστικές αποφάσεις. Άλλες πράξεις, και ιδίως οι διοικητικές πράξεις, ακόμη και αν είναι απρόσβλητες, δε δημιουργούν δεδικασμένο.

-Πρώτα πρώτα, η δέσμευση είναι θετική, με την έννοια πως δημιουργείται τεκμήριο σωστής διάγνωσης. Δηλαδή, κι αν ακόμη η απόφαση είναι λαθεμένη, τα πρόσωπα που δεσμεύονται από το δεδικασμένο δεν μπορούν να επικαλεστούν το λάθοςτης.

-Παράλληλα, το δεδικασμένο εκδηλώνεται και αρνητικά, με την έννοια ότι είναι απαράδεκτη η εκδίκαση νέας αγωγής ανάμεσα στα ίδια πρόσωπα για την ίδια διαφορά (324) Προς την κατεύθυνση αυτή το δεδι­κασμένο είναι αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση της νέας δίκης και δημιουργείται μόλις εκδοθεί η οριστική απόφαση.

-Υπάρχει και μια άλλη αρνητική εκδήλωση του δεδικασμένου: ότι ο εναγόμενος που ηττήθηκε δεσμεύεται και δεν μπορεί πια να προτείνει ενστάσεις εναντίον του δικαιώματος που κρίθηκε, παρά μόνο εφόσον οι ενστάσεις αυτές στηρίζονται είτε σε μεταγενέστερα γεγονότα είτε σε κάποιο αυτοτελές δικαίωμα που δεν είχε επικαλεστεί ο εναγόμενος στην αρχική δίκη (330). Με αυτή την έννοια το δεδικασμένο αρχίζει πραγματικά από την τελεσιδικία της απόφασης (321 σε συνδ. με 527).

Δικαστική απόφαση είναι η διαδικαστική πράξη, με την οποία το δικα­στήριο παρέχει τη ζητούμενη έννομη προστασία και διατάζει τα απαραίτητα μέτρα για τη διεξαγωγή της σχετικής διαδικασίας. Ο ορισμός αυτός δείχνει ότι όλες οι δικαστικές αποφάσεις δεν έχουν το ίδιο αντικείμενο (και αντί­στοιχο περιεχόμενο). Οι αποφάσεις, με τις οποίες γίνεται η παροχή ή η άρνηση παροχής δικαστικής προστασίας, χαρακτηρίζονται ως οριστικές αποφάσεις, ενώ οι αποφάσεις που απλώς διατάζουν τα απαραίτητα μέτρα για τη διεξαγωγή της διαδικασίας, χαρακτηρίζονται ως μη οριστικές.

Για τον εννοιολογικό προσδιορισμό της οριστικής απόφασης θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 που ρυθμίζουν το δεδικασμένο. Και τούτο, γιατί το πιο κύριο αποτέλεσμα της δικαστικής από­φασης, με την οποία γίνεται η παροχή ή η άρνηση παροχής έννομης προ­στασίας, είναι το δεδικασμένο. Πραγματικά το άρθρο 321 ορίζει ότι «αι οριστικαί αποφάσεις (…) αποτελούν δεδικασμένον». Άρα οριστικές αποφά­σεις είναι εκείνες, οι οποίες θα προκαλέσουν δεδικασμένο, όταν θα είναι πια απρόσβλητες με τακτικά ένδικα μέσα (321). Εξάλλου, το δεδικασμένο δημι­ουργείται στην περίπτωση που «η απόφασις έκρινεν οριστικώς επί εννόμων σχέσεων», και μάλιστα τόσο «επί του κριθέντος ουσιαστικού ζητήματος», όσο και «επί του οριστικώς κριθέντος δικονομικού ζητήματος» (322 παρ. 1 ), ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για το δικαίωμα που είναι το κύριο αντικεί­μενο της δίκης (324) ή για εκείνα τα δικαιώματα που είναι τα προδικαστικά ζητήματα του κύριου αντικειμένου (321). Ύστερα από τις εξηγήσεις αυτές, γίνεται φανερό πως οριστική είναι η απόφαση που περιέχει καταφατική ή αρνητική διάγνωση μιας ουσιαστικής ή δικονομικής έννομης σχέσης.

Μη οριστική απόφαση είναι εκείνη που δεν περιέχει διάγνωση της ισχύος ή μη μιας ουσιαστικής ή δικονομικής σχέσης, αλλά είτε περιορίζεται σε προκαταρκτικές διαπιστώσεις (λχ ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής) είτε διατάζει τα απαραίτητα μέτρα για τη διεξαγωγή της διαδικα­σίας (λχ η απόφαση που διατάζει τη διεξαγωγή αποδείξεων).

Δεν αποκλείεται μια μη οριστική απόφαση να περιέχει, παράλληλα με το διαταζόμενο μέτρο, και την ευκαιριακή («παρεμπίπτουσα») διάγνωση μιας (ουσιαστικής ή δικονομικής) σχέσης. Λχ η απόφαση, που διαπιστώνει την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου, κάνει διάγνωση του ότι είναι απαράδεκτη η συζήτηση στο αναρμόδιο δικαστήριο και παραπέμπει τη διαφορά στο αρμόδιο (46). Εδώ έχουμε μια μη οριστική απόφαση που διατάζει ένα διαδικαστικό μέτρο (την παραπομπή της διαφοράς στο αρμόδιο δικαστήριο) και, παράλληλα, περιέχει την οριστική διάταξη, με την οποία έγινε η διάγνωση του ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη.


Μην καταπίνετε τίποτα αμάσητο. Ερευνήστε και διασταυρώστε οτιδήποτε διαβάζετε, όπου και αν το διαβάζετε.